Φωτογραφίες και ότι νάναι....

Αγαπάω τη φωτογραφία γιατί νομίζω πως δημιουργεί συναισθήματα-θετικά, άσχημα ή αδιάφορα-σε όποιον την κοιτάει. ΄
Τις καλύτερες απ΄αυτές τις ονομάζω: "σταλμένες" κι είν΄αυτές οι άκαθόριστες και ασταθείς εικόνες που σταθεροποιούν και καθορίζουν τέτοιου είδους συναισθήματα.
Δεν θέλω να περιγράφονται με λόγια. Αν ήθελα να καταγράψω κάτι απ΄το θεατή είναι η διάρκεια του χρόνου που κοιτάει τη φωτογραφία μου και η αίσθηση που μένει, αν μένει....
0 σχόλια

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Αντιστροφή ονείρου.

Αντιστροφή ονείρου ήταν το ταξίδι μου με το Λύκειο Ελληνίδων στη Ζάκυνθο. Νόμιζα απατηλά τα παιδικά όνειρα όμως να που το μυθικό στοιχειωμένο όνειρο είχε δική του ψυχή που ανάσανε δεκαετίες αργότερα.
Με την τεχνοτροπία του φρέσκο ζωγραφίστηκαν μέσα μου από τις διηγήσεις φίλου του πατέρα μου το καμπαναριό του Αγίου (πανταχού παρών ν’ αλλάζει όνομα σε κάθε νησί) κι ο λόφος της Μπόχαλης στην είσοδο του λιμανιού. Δε μύριζαν  τη μούχλα του πολυκαιρισμένου μόλις τα αντίκρισα. Συναγωνίζονταν σε ευωδία τις μυρτίες της Πεντηκοστής και τα ανθισμένα στους κήπους τσαντσαμίνια.
«Ομιλίες»
Μισή ώρα από τη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο νησί, είχαν αρχίσει οι «Ομιλίες» στο δρόμο.  Τούτος δω ο τελάλης που εξιστορούσε με την κουδούνα στο χέρι για να αποσπάει την προσοχή, ζωηρός και ξαναμμένος από την αφήγηση με την, με την μπούρδινή του βράκα και τη μποκολέτα στο αυτί, ίσως νάχε γνωρίσει σε κάποιο του ταξίδι τον επίσης με μποκολέτα προσπάπου μου. Κρεμάστηκα από τα ενδιαφέροντα λεγόμενά του  που καθόριζαν τη βαθύτερη σκέψη μου κι ήταν πολύ φιλικός για να τον αγνοήσω.
Στο κατόπι του βρισκόμασταν ήδη κάτω απ’ το καμπαναρίο της Φανερωμένης, όταν ένοιωσα να ενεργοποιούνται άγνωστοι πρόγονοι στο καταγεγραμμένο deja vu των γονιδίων μου. Πίσω από τους ηθοποιούς αδράχνοντας το νήμα της υπόθεσης, βρέθηκα δύο αιώνες πριν και δεν έμενε παρά να έχω ψυχή και μάτια και αυτιά ανοιχτά να καταπιώ σε μοναδικά λεπτά τα δρώμενα.
Κάθε στιγμή ήταν πλούσια και αχόρταγη, μισή στο τώρα, μισή στο πριν. Βεβαιώθηκα πως βρισκόμουν στο παράθυρο του χρόνου.  Σε χρονοκάψουλα.  Το τόσο ίδιο και τόσο διαφορετικό έδειχνε το όριό και την αντοχή του.  Ολοζώντανη ξεπρόβαλε στο ξάφνου μου, προσθέτοντας ρίγος σε κάθε ανεπανάληπτο κλικ φωτογραφικής απαθανάτισης.
Πράγματι  σε μια μου φωτογραφία περιγράφηκε κάτι παραπάνω από το αναμενόμενο ξεδίπλωμα του λαϊκού δρώμενου: τυχαία-ίσως(;)- αποτυπώθηκαν στο φακό μου συναισθήματα μιας μοναδικής στιγμής όπου οι ηθοποιοί σε μια χαλαρή στιγμή τους και όχι κατά την ώρα της «παράστασης» ενστερνίστηκαν ολοκληρωτικά το ρόλο των γονιών του κοριτσιού τους, αποδεχόμενοι αλλήλους!
Άνδρες ηθοποιοί έπαιζαν στο δρόμο από τον καιρό του Οδυσσέα ως τα σήμερα την ίδια ιστορία: ο απαγορευμένος από τάξεις  και κοινωνία κραταιός έρως που στο τέλος σκοτώνεται ή θριαμβεύει. Ωστόσο, από τη στιχομυθία και τους θεσμούς, από τις αντιλήψεις και τη νοοτροπία ως τη μάσκα και το ντύσιμο, ένοιωσα πως μετείχα κιόλας στην προγονική εποχή.  
Παράσταση ζωντανή και δρώσα, σαν μια μικρή κινούμενη παρέλαση προσώπων και καταστάσεων αλλά και χώρων: σε πλατείες, και καντούνια, στην πλατειά ρούγα (εμείς λέμε πλατύ καντούνι) στον Άγιο Νικόλαο των ξένων (εμείς έχουμε Παναγία των ξένων), κάτω από καμπαναριά που σημάδευαν γκρεμισμένες εκκλησιές στην ίδια θέση στις μνήμες των ντόπιων.  
Όλοι μασκοφόροι: δικαστές και στρατιώτες, συγγενείς και νοδάροι, κι ένας κατηγορούμενος έρωτας.  Ο καταπατητής των στεγανών της κοινωνίας, μισός αριστοκράτης-μισός χωριάτης, στεκόταν στο εδώλιο του κόσμου και απολογούνταν έμμετρα σε δικαστές και κοινό -στο δεκαπεντασύλλαβο της ντοπιολαλιάς- το άγραφο δίκαιο του έρωτα.
Τέλος δίκης ανατροπή και θρίαμβος συναισθημάτων σε μια στυγνά πρακτική κοινωνία που η νέα γενιά έπρεπε να αντιγράφει τα προγονικά πρέπει. Τέλος δίκης κι ανατροπή των ανατροπών! Ποιος διαφωτισμός και ποιες επαναστάσεις στην Ευρώπη ήταν μεγαλύτερες από το θρίαμβο της επικράτησης των συναισθημάτων;
Τζόστρα.
Σουρούπωνε. Το άγαλμα του ποιητή επιδεικτικά μας πισωπλάτησε ατενίζοντας μια σημαντική πανσέληνο. Ασυγκίνητος στις ιαχές του πλήθους στους ιππότες. Δουλειά του και δουλειά μας!
Φθάνοντας σχεδόν πρώτοι στην ειδικά επιστρωμένη με χώμα πλατεία, είχαμε τη χαρά να αντικρίσουμε την πομπή που μας ακολουθούσε. Μεσαιωνική ένδυση, φράγκοι ιππότες, κυρίες των τιμών. Ρούχα από βελούδο, βαμβάκι, τσόχα, χοντρό μαλλί, λινό του αργαλειού ή από λεπτεπίλεπτη διάφανη οργάντζα. Σιρίτια, φράντζες, κορδέλες, κορδόνια, λίθοι πολύτιμοι, όμορφα γυναικεία καλύμματα κεφαλής, βελούδινα ανδρικά καπέλα με φτερά, βαριά κράνη.
Σπαθιά, ασκιά, πουγκιά, μπαστούνια προσκυνητών απ’ όπου κρέμονταν κοχύλια και κολοκύθες, λάβαρα, σημαίες.  Και τα δικά μας των νησιών: πέπλα, κορδέλες, λευκά κοφτά, χρυσά κεντήματα σε βελούδα. Ίδια εποχή, άλλο μέρος. Οι μικρές με τις λευκές ποδίτσες τους και καλαθάκια γεμάτα μυρτιές -πεντηκοστής μέρα- στάθηκαν μπροστά μας. στολίσαμε κι εμείς το καλαθάκι με τα κουμ-κουάτ που μοιράσαμε στον κόσμο.
Εγώ τον διάλεξα αυτόν τον ιππότη. Σαν πέρασαν καμαρωτοί πάνω στα άλογα, σκούντηξα τη δασκάλα και της τον έδειξα. Όσες φορές κι αν το σκέφτηκα δεν κατέληξα: του έδωσα όλη μου τη θετική ενέργεια ή απλά σε μια κρίση διορατικότητας μάντεψα το νικητή; Το βέβαιο είναι πως δύο συμπτώσεις είναι ήδη πολλές. Πρώτα κληρώθηκε να εκπροσωπήσει την Κέρκυρα, νίκησε κιόλας!
Ο θόρυβος του καλπασμού των αλόγων μειωνόταν από το παχύ χώμα, όχι όμως και η ορμή τους. Ο δαχτυλιδένιος κρίκος αποτελούσε μικρό στόχο όπου καθένας τους προσπαθούσε να αιχμαλωτίσει με το δόρυ του παίρνοντας την ανάλογη φόρα. Στις τρεις επιτυχίες ο ιππότης μου, υπό τους ήχους της μπαντίνας της Giostra, πήρε το σπαθί του νικητή κι έφυγε καλπάζοντας αφού ανέβασε την καλή του πάνω στο καφετί άλογο.
Στις τρεις επιτυχίες μπήκε η Giostra στην καρδιά μας και πώς να ξαναβγεί; Στις τρεις επιτυχίες ο Ζακυνθινός ιππότης με δικαίωσε, αποκαθιστώντας την εσωτερική μου τάξη. Κρίκο, όχι ανεμόμυλο Δον Κιχότε! Παλιά ιστορία εφηβική κι η θέλησή μου βράχος. Ακολούθως χορέψαμε τον υπέροχο Λεβαντίνικο μαθαίνοντάς τον επί τόπου μαζί με τα υπόλοιπα νησιά!
Δε μπορώ να περιγράψω το πανηγύρι που ακολούθησε όσο η πανσέληνος ανέβαινε στις αποχρώσεις του γαλανού μέχρι το μαύρο του σκοταδιού που διέκοψαν τα βεγγαλικά της γιορτής. Ακόμα κι ο στωικός ακίνητος ποιητής μου φάνηκε πως μαλάκωσε σαν μετακινήθηκε όλο το μεσαιωνικό-αναγεννησιακό, πολύχρωμο, πολυεθνικό αλλά απόλυτα συνεργάσιμο πλήθος εμπρός του.
Η ικανοποίηση αλλά και η πληρότητα των διοργανωτών ήταν φανερή στα μάτια τους, αλλά και στην καρδιά τους. Σαν πάτησα το πόδι μου στο δικό μου νησί, με τον δικό μου Άγιο, καθώς δοκίμαζα το μαντολάτο, το παστέλι,  κυρίως όμως (ως λάτρης….) τις υπέροχες σταφιδούλες που μας έδωσαν μέσα σε πολύχρωμα πουγκιά μετά τη γιορτή, με την ευφορία των απερίγραπτων γεγονότων στα οποία μετείχα, σκέφτηκα πως και πόσο η ανάγκη αναγωγής στις ρίζες προσδιορίζει τη μοίρα κάθε λαού.
Η ευγένεια και η καλοσύνη των Ζακυνθινών που συνάντησα ξεπερνάει το όριο του συνηθισμένου. Αν εξακολουθώ να διαβάζω πια ιστορία, δεν είναι χάριν των ιστορικών αλλά για χάρη εκείνου του άγνωστου παππού (Θουκυδίδη…!) στο Κερί, που μας χάρισε ιστορίας αποσπάσματα και: «Δε σπούδασα, μ’ έβρηκε μικρόν ο πόλεμος. Να διαβάζετε όμως ιστορία!»


ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΣΕΛΙΔΑΣ